• Ανακοινώσεις
    Απαντήσεις
    Προβολές
    Τελευταία δημοσίευση
  • Ανακοινώσεις
    Απαντήσεις
    Προβολές
    Τελευταία δημοσίευση
  • Ανακοινώσεις
    Απαντήσεις
    Προβολές
    Τελευταία δημοσίευση
  • Ανακοινώσεις
    Απαντήσεις
    Προβολές
    Τελευταία δημοσίευση

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Relax time.......off topic!!

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό dimak » 24 Μαρ 2014, 19:47

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία, την ιστορία του Νικόλα του ψαρά και της κοπέλας με τα πύρινα μάτια, όπως την έμαθα, όπως την ένιωσα, ένα καλοκαίρι στο νησί, περιπλανώμενος δεξιά και αριστερά, συλλέγοντας ψιθύρους και σιωπές, φήμες και μισόλογα. Κυρίως όμως, από όσα μου αφηγήθηκε ο καπετάν Μάρκος και η Άννα...

Όλα ξεκίνησαν ένα γλυκό σούρουπο στη σκάλα του νησιού,στον καφενέ της Άννας. Μετά από ένα μεγάλο, μοναχικό ταξίδι έκατσα να ξαποστάσω , να νιώσω το ρυθμό του μικρού λιμανιού και να πάρω μια πρώτη γεύση από τους ανθρώπους του νησιού. Τα τρεχαντήρια πηγαινοέρχονταν, άλλα γυρίζοντας από τον ολοήμερο μόχθο και άλλα φεύγοντας για τη βραδινή καλάδα. Τα κεράσματα συναγωνίζονταν τα πειράγματα στο μικρό καφενέ και οι ψαράδες που κοζάρισαν το μπουζουκάκι που αναπαυόταν δίπλα μου, δεν άργησαν να στείλουν το πρώτο καραφάκι. Δεν ήθελα και πολύ... Λίγο τα χρώματα και οι μυρωδιές της θάλασσας, λίγο οι νταλκάδες που με οδήγησαν στο νησί, αλλά πολύ περισσότερο η ζεστασιά των ανθρώπων που έπληξε καίρια τη μοναξιά μου, με οδήγησαν να βγάλω το οργανάκι και να ξεκινήσω -τι άλλο!- θαλασσινούς χαβάδες, τραγούδια για ταξίδια μακρινά και αλησμόνητους έρωτες. Όμορφα κυλούσε η βραδιά και η συγκίνηση της μουσικής απλωνόταν όλο και πιο βαθιά. Άλλοτε γλυκά και νοσταλγικά, άλλοτε θλιμμένα και άλλοτε με περίσσια χαρά. Πηγαινοέρχονταν από στόμα σε στόμα οι λέξεις και η ήχοι και όλοι -εκτός από τον γέροντα στην απέναντι γωνία- έβαζαν το λιθαράκι τους, μέχρι τη στιγμή που...

ήρθε η σειρά του Νικόλα του ψαρά, τραγούδι σπαρακτικό και πένθιμο, αλλά πόσο αληθινό και ανθρώπινο!
http://www.youtube.com/watch?v=mlZqcVDWWRw.
Πάγωσε ο καφενές, οι φωνές βουβάθηκαν και τα βλέμματα χαμήλωσαν , για να γίνουν ανήσυχα μετά το πρώτο μούδιασμα...
Σαστισμένος προσπαθούσα να καταλάβω τι άλλαξε, τι λάθος είχα κάνει όταν, απόκοσμο και αναπάντεχο ακούστηκε το γέλιο του γέροντα από την απέναντι γωνιά. Το μούδιασμα των ανθρώπων έγινε φόβος, καθώς ο γέροντας σηκώθηκε και με το “κουρασμένο βήμα του να σέρνεται” πλησίασε το τραπέζι μου. Άδειασε το μαγαζί άρον άρον και απομείναμε οι τρεις μας. Εγώ, ο καπετάν Μάρκος, όπως σύντομα έμαθα ότι έλεγαν το γέροντα, και η Άννα. Χρόνια είχε να μετακινηθεί ο εσχατόγερος από το τραπέζι του και να ανταλλάξει κουβέντες με άλλους ανθρώπους, όπως με πληροφόρησε αργότερα η Άννα. “Μαγκούφης και παράφορος” καθόταν αμίλητος στη γωνιά του με το ποτήρι του πάντα μισογεμάτο και το θολό, γλαυκωματικό του βλέμμα στραμμένο στη θάλασσα. Οι περισσότεροι πίστευαν πως ούτε μιλούσε, ούτε άκουγε. Μόνο η Άννα ήξερε. Η Άννα ήταν το τελευταίο “παιδί” του, πριν κλειστεί οριστικά στις αναμνήσεις του. Κανείς δε γνώριζε την ηλικία του, κανείς δεν τον θυμόταν νέο ή έστω νεότερο. Ακόμα και η Άννα που τον γνώρισε παιδούλα στον καφενέ , όταν ακόμα τον δούλευε η μητέρα της, τον θυμόταν ίδιο και απαράλλακτο. Σαν να υπήρχε από πάντα, αρχαίος και αδάμαστος, όπως ο γρανίτινος βράχος που έσπαγε τη μανία του σορόκου στη μπούκα του λιμανιού. Εκείνου του ίδιου βράχου από τον οποίο η “κοπέλα με τα πύρινα μάτια” ,αγνάντευε το πέλαγος...
Κάθε γενιά, ένα και μόνο ξεχωριστό παιδί αποκτούσε το δικαίωμα και το προνόμιο της παρέας και της προστασίας του καπετάνιου. Όλα τα “παιδιά” του είχαν χαθεί προ καιρού στη λήθη , εκτός από την Άννα, μόνο που και αυτή είχε προ πολλού πάψει να είναι παιδί.

“Μην τρομάζει γιε μου”, είπε ο καπετάνιος με φωνή απρόσμενα φρέσκια και τρυφερή που ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με το αργασμένο πρόσωπό του. “Είναι όλοι τους φοβητσιάρηδες και αλαφροΐσκιωτοι. Πιστεύουν ότι υπάρχουν καταραμένα τραγούδια , ότι ένας σκοπός μπορεί να ξυπνήσει τα φαντάσματα. Δεν είναι κακοί, αλλά όσα μπορούν να νιώσουν έχουν όρια. Κάθισε και θα σου εξιστορήσω την πηγή του φόβου τους. Θα σου πω την ιστορία των “παιδιών” μου, του Νικόλα και της κοπέλας με τα πύρινα μάτια...”


Λένε (αναληθώς) ότι κανένας γονιός δε μπορεί να ξεχωρίσει τα παιδιά του. Και μπορεί ο καπετάν Μάρκος να μην είχε δικά του παιδιά, αλλά ως τέτοια και ακόμα καλύτερα τα ένιωθε... Δεν ήξερε να απαντήσει ο καπετάνιος τι ξεχωριστό είχε ο Νικόλας, γιατί ένιωθε γι΄ αυτόν τόσο διαφορετικά. Ίσως για την απεριόριστη λατρεία που έτρεφε το παιδί για τη θάλασσα, την ανάγκη να βρίσκεται δίπλα της κάθε στιγμή, να εκμεταλλεύεται και το τελευταίο δευτερόλεπτο για να χαθεί στα κύματα. Ίσως πάλι να ήταν το γεγονός ότι ο Νικόλας δεν είχε φίλους. Λαθροβιούσε αθέατος στη σκιά όσων συνέβαιναν, ξεχασμένος ακόμα και από τα πειράγματα των συνομήλικων του, ξεχασμένος από τους δασκάλους, ανύπαρκτος για τους ενήλικες. Μόνο με τους ανθρώπους του λιμανιού, τους ψαράδες και τους ναυτικούς καθώς και τους ελάχιστους ταξιδιώτες ένιωθε άνετα ο Νικόλας. Και περισσότερο από όλους με τον καπετάν Μάρκο. Το θρυλικό ψαρά, τον εμβληματικό θαλασσινό. Με τις ώρες καθόταν ο Νικόλας και άκουγε τις ιστορίες και τις συμβουλές του καπετάνιου, σπούδαζε τη θαλασσινή ζωή και μάθαινε να πορεύεται σε αυτήν, να τη φαντάζεται όσο ήταν παιδί και να ζει σε αυτήν, όταν λίγο μεγαλύτερος απέκτησε το παλιό σκαρί του καπετάν Μάρκου. Και κάθε φορά γύριζε με ολοένα και μεγαλύτερο χαμόγελο, με τα μάτια του γεμάτα θάλασσα και ουρανό και την ψυχή του γαληνεμένη...

Την ίδια εποχή στο νησί ζούσε και η κοπέλα που δεν είχε όνομα, γιατί όλοι όσοι τη γνώρισαν δε μπορούσαν να ξεχάσουν, δε μπορούσαν να ξεφύγουν από τη σαγήνη των πύρινων ματιών της. Από το υγρό, βαθύ αλλά και ανυπότακτο βλέμμα που προκαλούσε τον πόθο των αρσενικών και τη ζήλια των θηλυκών. Μα συνάμα και τη λατρεία τους. Ψυχή αδάμαστη και πνεύμα ελεύθερο, η κοπέλα με τα πύρινα μάτια ζούσε πολιορκημένη από κάθε λογής κόλακες, άντρες και γυναίκες, που προσπαθούσαν την υποτάξουν, να σφετεριστούν την απίστευτη γονιμοποιό δύναμη της. Όσο πιο απλόχερα και αβίαστα σκόρπιζε τη γοητεία της, με όση χάρη και φυσικότητα το έκανε,τόσο περισσότερο φόβιζε τους ανθρώπους που αδυνατούσαν να αποδεχτούν το μεγαλείο του “ιερού θηλυκού”, να αντέξουν το άγγιγμα της, γεννώντας τους τα πιο αντιφατικά συναισθήματα. Ο θρύλος λέει ότι τρεις πεταλούδες την ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαινε και ότι στο διάβα της σκορπούσε άρωμα από άνθη λεμονιάς. Ότι ένα ολόκληρο τσούρμο από ξυπόλητα παιδιά την ακολουθούσε καθώς κατηφόριζε την πάνω γειτονιά για να ανοίξει το μικρό της μαγαζί. Και πάντα έβρισκε κατιτίς για τα ξυπόλητα παιδιά, αν και μόνο ένα της βλέμμα έφτανε για να τα κάνει να παραληρούν από χαρά.

Κουρασμένη από την κατάσταση συνεχούς πολιορκίας, αηδιασμένη από τη ρηχότητα των περιστασιακών και μόνιμων εραστών που ,περισσότερο από την ίδια, επιθυμούσαν να νιώσουν την ηδονή της υποταγής της, η κοπέλα με τα πύρινα μάτια κάποια στιγμή ακολούθησε τη θαλασσινή στράτα. Βρέθηκε σούρουπο στη σκάλα και το μικρό λιμάνι. Εκείνη τη φορά το βλέμμα της άγριο και σκληρό αποθάρρυνε κάθε πιθανή επαφή με ανθρώπους. Έμεινε για ώρα να παρακολουθεί μια ζωή που μέχρι τότε αγνοούσε. Την επιστροφή των ανθρώπων της θάλασσας και τις προετοιμασίες όσων έφευγαν. Είδε τη γέρικη βάρκα να ζυγώνει αγκομαχώντας στο μόλο και τον κύρη της, το Νικόλα, να βιάζεται να την τακτοποιήσει για να βοηθήσει το γέρο καπετάνιο που με τη σειρά του έφτανε στη στεριά. Παρακολούθησε εκστατική την ιεροτελεστία των τελευταίων εργασιών που σα σε χορογραφία εκτελούσαν οι δυο ψαράδες. Ζήλεψε την αρμονία με την οποία συνεργάζονταν, το στοργικό αγκάλιασμα του γέρου και τη λατρεία στο πρόσωπο του νέου. Αφουγκράστηκε τον ήχο των ποτηριών που τσούγκρισαν στο λιμανίσιο καφενέ και το σπαρακτικό αμανέ του γέρου λίγο αργότερα. Έναν αμανέ για χαμένους τόπους και για γυναίκες που πεταλούδες τις ακολουθούσαν και στο διάβα τους σκόρπιζαν άρωμα από άνθη λεμονιάς... Για ναυτικούς που χάθηκαν μαγεμένοι από τα τραγούδια των σειρήνων και άλλους που τρελάθηκαν στο συναπάντημα τους με τα μυθικά πλάσματα της θάλασσας... Για ουρί του παραδείσου που έπαιρναν τη μορφή γυναίκας και ξεστρατισμένους αγγέλους που απαρνούνταν τη ζωή στον ουρανό για να μοιραστούν τα πάθη και τους πόθους των ανθρώπων...

Σαστισμένη η κοπέλα με τα πύρινα μάτια, αναγνώρισε στο πρόσωπο του νέου, το Νικόλα, τον παλιό συμμαθητή της, το αγόρι των σκιών, που ποτέ μέχρι τότε δεν του είχε δώσει καμία σημασία, που ποτέ μέχρι τότε δεν τον είχε σκεφτεί. Τον μοναδικό που δεν της είχε ζητήσει ποτέ τίποτα, που δεν είχε ποτέ προσπαθήσει με οποιοδήποτε τρόπο να την προσεγγίσει. Από εκείνη τη μέρα κάθε που έφτανε το σούρουπο η κοπέλα με τα πύρινα μάτια έπαιρνε τη θαλασσινή στράτα για να καταλήξει στο μεγάλο βράχο απ΄ όπου παρατηρούσε τις βάρκες να γυρίζουν. Σίμωνε στα κρυφά κοντά στον καφενέ για χαζέψει το παράξενο ζευγάρι και να βεβαιωθεί για αυτό που από την πρώτη στιγμή ήξερε...
Ώσπου ένα βράδυ εγκατέλειψε το μεγάλο βράχο νωρίτερα από ότι συνήθιζε, άφησε τις σκιές και με τις πεταλούδες και το άρωμα από άνθη λεμονιάς να την ακολουθούν, στάθηκε μπροστά στη βάρκα του Νικόλα. Του άπλωσε το χέρι της για να βγει και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, έτσι όπως μόνο η κοπέλα με τα πύρινα μάτια κοίταζε. Και όλα έγιναν τόσο απλά, τόσο εύκολα, όπως συμβαίνουν στα παραμύθια. Και οι δύο νέοι με ένα βλέμμα μοιράστηκαν όλη την προηγούμενη ζωή τους. Λες και ο μόνος σκοπός της ύπαρξής τους ήταν αυτή η συνάντηση. Λες και ζούσαν πάντα κάτω από την ίδια στέγη και κατά κάποιο τρόπο το ίδιο το σύμπαν ήταν η στέγη τους! Πιασμένοι από το χέρι έτρεξαν να δώσουν το ελεύθερο χέρι τους στο γέρο καπετάνιο ,εκείνη τη μέρα, και όλες όσες ακολούθησαν για πολύ πολύ καιρό.

Και η κοπέλα κάθε σούρουπο στεκόταν στο γνώριμο βράχο και περίμενε τον καλό της να γυρίσει. Ο θρύλος λέει ότι όσο τον περίμενε, ένα ουράνιο τόξο στεφάνωνε τα μαλλιά της και οι πεταλούδες τρυγούσαν τους χυμούς του, αλλάζοντας χρώματα και σχήματα. Πλήθος κόσμου κατέβαινε από το χωριό, άλλοι για να θαυμάσουν το θέαμα και άλλοι για να το ξορκίσουν. Και τα ξυπόλητα παιδιά συνόδευαν κάθε βράδυ το ζευγάρι στο σπίτι της κοπέλας -που δεν είχε πια πύρινα μάτια- στο ψηλότερο σημείο της πάνω γειτονιάς. Κανείς δε θυμάται πότε ακριβώς σκιάστηκαν τα μάτια της κοπέλας από το αταίριαστο μείγμα ευτυχίας και μελαγχολίας. Γιατί οι ελάχιστοι που μπορούσαν να το προσέξουν δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Μόνο ο Νικόλας, ο καπετάν Μάρκος και η ίδια αντιλαμβάνονταν την αλλαγή που συνέβαινε μέρα με τη μέρα, όσο οι δύο νέοι δένονταν ακόμα πιο βαθιά, όσο ο έρωτας τους γινόταν ακόμα πιο παθιασμένος, μέχρι που έγινε έρωτας χωρίς παρελθόν και δίχως μέλλον. Μόνο παρόν...

Ήξεραν και οι τρεις, το έβλεπαν να έρχεται , ένιωθαν την αντάρα της θάλασσας που διεκδικούσε το μερτικό της. Αγνάντευε κάθε μέρα η κοπέλα από το βράχο της και κάθε μέρα όλο και μεγαλύτερα κύματα της έκρυβαν τον ορίζοντα, όλο και πιο δύσκολη και καθυστερημένη γινόταν η επιστροφή. Και κάθε μέρα, παρά τις δυσκολίες, ο Νικόλας γαλήνευε όλο και πιο πολύ και τα μάτια του γέμιζαν κι άλλη θάλασσα κι άλλο ουρανό. Ώσπου ένα πρωινό καθώς ο Νικόλας έλυνε τους κάβους καθάριο ακούστηκε από το τζουκ μποξ του καφενέ το τραγούδι του Τσιτσάνη...

Πρωί, πρωί γυρίσανε
τα τρεχαντήρια όλα,
μα ο Νικόλας ο ψαράς, ο ψαράς,
δε φάνηκε ακόμα, στη στεριά.

Μπρος στ’ ακρογιάλι στέκεται,
μια μάνα μαυροφόρα,
είναι αυτή που ανησυχεί, που ανησυχεί,
η μάνα του Νικόλα, του ψαρά.

Διστάζει ποιος να της το πει,
να την πληροφορήσει,
πως ο Νικόλας πνίγηκε, πνίγηκε
και πια δε θα γυρίσει, στη στεριά.

Πέρασαν μήνες, πέρασαν
κι η μάνα του Νικόλα,
με την ελπίδα στην καρδιά, στην καρδιά,
τον περιμένει ακόμα, στη στεριά.


Γύρισε ο Νικόλας στην αγαπημένη του, χαμήλωσε το βλέμμα του και έφερε τα χέρια στην καρδιά του. Και το λαμπερότερο χαμόγελο άνθισε στα χείλη του, το βλέμμα του άστραψε ευτυχισμένο όσο ποτέ άλλοτε, όταν ξανασήκωσε το βλέμμα του στην κοπέλα. Άφησε τον κάβο βαθιά στη θάλασσα να πέσει, λευτερώνοντας την κοπέλα από τα δεσμά του έρωτά τους.

Όλοι κατάλαβαν ότι κάτι αναπάντεχο θα συνέβαινε -καλό ή κακό κανείς δεν ήξερε- γιατί είδαν την κοπέλα να βαδίζει προς το βράχο. Και εκείνη τη φορά κανένα ουράνιο τόξο δε στεφάνωσε το κεφάλι της. Την είδαν να απλώνει το χέρι και οι πεταλούδες φώλιασαν στο χούφτα της. Με μια γλυκιά πνοή τις φύσηξε και πέταξαν μακρυά, μέχρι που μεταμορφώθηκαν σε γιγάντια θαλασσοπούλια και χάθηκαν στον ορίζοντα, προς τα εκεί που είχε φύγει η βάρκα του Νικόλα.
Και τα μάτια της κοπέλας έγιναν πάλι πύρινα, περισσότερο από ποτέ... Με τα μακριά ολόισια μαλλιά της να θροίζουν και μια άγρια χαρά που φαινόταν ακόμα μεγαλύτερη καθώς τα δάκρυα τρέχαν ποτάμι στο υπέροχο πρόσωπό της ανηφόρισε τη στράτα. Και από κάθε δάκρυ που κύλησε στο χώμα μια λεμονιά φύτρωσε. Κανείς δεν την ξαναείδε από τότε και για πολύ καιρό κανείς δεν ξαναμίλησε για την κοπέλα και το Νικόλα. Η πλάκα από το τζουκμποξ ποδοπατήθηκε και το τραγούδι του Τσιτσάνη δεν ξανακούστηκε στο νησί, μέχρι που ... Μόνο ο γέρο καπετάνιος απέμεινε να θυμίζει στους ντόπιους την ιστορία του Νικόλα του ψαρά και της κοπέλας με τα πύρινα μάτια. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η ιστορία είναι ολότελα ψεύτικη. Άλλοι πάλι λένε ότι ο Νικόλας και η κοπέλα δεν ήταν άνθρωποι ,αλλά ένας άγγελος κι ένα ουρί του παραδείσου και ότι σε κάποιο άλλο σημείο του σύμπαντος εξακολουθούν να βρίσκονται και να χωρίζουν, να ζουν τον έρωτα και την απώλεια αενάως, τη γέννηση και το θάνατο...
Από τότε λένε ότι μες την καρδιά του χειμώνα ,όταν ο μαΐστρος αναγκάζει τους ανθρώπους να κλειστούν στα σπίτια τους, η πάνω γειτονιά πλημμυρίζει από το άρωμα των ανθών της λεμονιάς και ότι ο άνεμος σφυρίζει την απαγορευμένη μελωδία...


Περπάτησα πολύ εκείνο το καλοκαίρι, ρώτησα σε κάθε αυλή και κάθε γειτονιά, έψαξα να βρω στις ψυχές των ανθρώπων τα απομεινάρια του θρύλου. Κάθε μέρα έφτανα όλο και πιο ψηλά , όλο και πιο σιμά στο πεπρωμένο που ο ίδιος προκάλεσα. Ήρθε η ώρα που στάθηκα “μπρος στο ρημαγμένο σπίτι με τις πόρτες τις κλειστές”. Χάιδεψα την βαριά αμπάρα και τις πεσμένες πέτρες. Οσμίστηκα τα αρώματα του έρημου κήπου και αναζήτησα κρυφά σημάδια. Ώσπου το βλέμμα μου έπεσε στο ξεθωριασμένο οικόσημο..

Τα χέρια έβαλα κι εγώ στο ύψος της καρδιάς
και το παλιό μου φυλακτό κράτησα
στα χείλια το έφερα να φιλήσω τη χιλιοφιλημένη φιγούρα
ίδια κι απαράλλακτη με το παλιό οικόσημο
που έκαιγε τα μάτια μου
βαριά άφησα το κορμί μου να ξαποστάσει
στο αρχαίο πεζούλι
και τρία μεγάλα θαλασσοπούλια φάνηκαν
ώσπου πλουμιστές πεταλούδες έγιναν.
οι δυο τα βλέφαρά μου σφάλισαν
κι η τρίτη καταμεσής στο μέτωπο μου κάθισε
γλυκός ύπνος με πήρε και είδα
την πεντάμορφη γυναίκα με τα πύρινα μάτια
αυτή που πάντα ταξίδευε
τη μάνα όλων ,την αδερφή, την κόρη, την ερωμένη
με πεταλούδες να γυρίζουν γύρω της
κι άρωμα από άνθη λεμονιάς να σκορπά στο πέρασμα της
να πλησιάζει την κούνια του μωρού
τρυφερά να το φιλάει
και φυλακτό να του φοράει...

Δημήτρης Μακρέας
Φλεβάρης 2014
dimak
 
Δημοσιεύσεις: 834
Εγγραφή: 23 Ιαν 2009, 17:19

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό GERANOS » 24 Μαρ 2014, 20:17

Ευχαριστω....για ακομα μια φορα....

Αγγελος
Άβαταρ μέλους
GERANOS
 
Δημοσιεύσεις: 653
Εγγραφή: 15 Ιαν 2010, 21:46

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό fireman » 24 Μαρ 2014, 21:49

εξαιρετικό :hello:
Η βλακεία είναι σαν την ραδιενέργεια συσσωρεύεται (Albert Einstein)

Γι' αυτό, μακριά από φασίστες και φασιστοειδή !!!
Άβαταρ μέλους
fireman
 
Δημοσιεύσεις: 1750
Εγγραφή: 11 Ιουν 2009, 16:44
Τοποθεσία: Θεσσαλονίκη

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό peskandritsas » 24 Μαρ 2014, 22:57

παρα πολύ καλο :hello: :hello: :hello:
Άβαταρ μέλους
peskandritsas
 
Δημοσιεύσεις: 807
Εγγραφή: 26 Ιούλ 2009, 20:51

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό --xristos-- » 25 Μαρ 2014, 11:41

Με ταξιδεύουν οι ιστορίες σου, ευχαριστώ
Του ψαρά το πιάτο, 9 φορές είναι αδειανό και 1 γεμάτο.
Άβαταρ μέλους
--xristos--
 
Δημοσιεύσεις: 1439
Εγγραφή: 02 Σεπ 2012, 15:17

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό Stelios.... » 25 Μαρ 2014, 13:35

....Γιατι σταματησα να διαβαζω λογοτεχνια?....
Ικανοτητα,ταλεντο...τι να πεις?Μπραβο...
Άβαταρ μέλους
Stelios....
 
Δημοσιεύσεις: 402
Εγγραφή: 16 Νοέμ 2010, 16:59
Τοποθεσία: Παιανια

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό snapper » 25 Μαρ 2014, 16:20

Συγχαρητήρια,τι αλλο να πω.. :swoon:
Άβαταρ μέλους
snapper
 
Δημοσιεύσεις: 331
Εγγραφή: 02 Σεπ 2012, 20:04

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό dicentrarchus » 26 Μαρ 2014, 01:47

Η φαντασία είναι πιο σημαντική από την γνώση. Η γνώση είναι περιορισμένη. Η φαντασία περικυκλώνει τον κόσμο.
Αλεξανδρος Ν.
Άβαταρ μέλους
dicentrarchus
 
Δημοσιεύσεις: 2374
Εγγραφή: 03 Οκτ 2008, 00:45
Τοποθεσία: Άττικα

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό rabbit » 26 Μαρ 2014, 10:39

Πολύ όμορφο , συνέχισε ... :) :)
Κώστας Αθανασόπουλος
rabbit
 
Δημοσιεύσεις: 399
Εγγραφή: 07 Ιαν 2007, 13:18

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό silverdiver » 26 Μαρ 2014, 12:18

Τρομερό διήγημα! Είσαι μεγάλο ταλέντο :hello:
οταν βρεχει...εχει περισσοτερη θαλασσα...
silverdiver
 
Δημοσιεύσεις: 6929
Εγγραφή: 02 Νοέμ 2010, 00:07

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΔΙΑΣ » 26 Μαρ 2014, 12:51

:read: :hello: :good: ...
ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ, ΑΛΛΙΩΣ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ... Η ΗΛΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΔΙΑΣ
 
Δημοσιεύσεις: 3133
Εγγραφή: 28 Νοέμ 2006, 15:24
Τοποθεσία: ΜΑΡΟΥΣΙ

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό roudis » 26 Μαρ 2014, 12:52

Συγχαρητηρια κ πολλα μπραβο για τα γραφομενα σου!!!
:hello: :hello: :hello:
Ενα μεγαλο Ευχαριστω κ απο μενα!!!
=D> =D> =D>
Οταν δεν προσμένεις το απρόσμενο
δεν πρόκειτε να το βρείς ποτέ....
Άβαταρ μέλους
roudis
 
Δημοσιεύσεις: 534
Εγγραφή: 19 Φεβ 2008, 21:12
Τοποθεσία: κρητη

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό KOSTAS STI » 26 Μαρ 2014, 13:49

:hello: :hello:
Θελω το αυτοκινητο μου γρηγορο,την γυναικα μου καυτη και την μπυρα μου παγωμενη !!!
Άβαταρ μέλους
KOSTAS STI
 
Δημοσιεύσεις: 10623
Εγγραφή: 16 Σεπ 2008, 13:53
Τοποθεσία: ΣΚΥΔΡΑ Ν.ΠΕΛΛΑΣ

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό Δραπέτης » 26 Μαρ 2014, 14:23

Θα ήταν περήφανος ο συγγραφέας της Παναγιάς της Γοργόνας. :hello:
Χρήστος Παπαναστασίου
Δραπέτης
 
Δημοσιεύσεις: 4258
Εγγραφή: 17 Νοέμ 2006, 16:21
Τοποθεσία: Αθήνα

Re: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΨΑΡΑΣ ένα (ακόμα) διήγημα...

Νέα δημοσίευσηαπό lemming » 26 Μαρ 2014, 14:44

ΕΕίσαι πολύ δυνατή πένα Δημήτρη...
lemming
 
Δημοσιεύσεις: 587
Εγγραφή: 08 Ιαν 2007, 19:09
Τοποθεσία: Χανιά

Επόμενο

Επιστροφή στο Χαλαρά.

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: dimitrisdeeper, nasosR, tudor και 13 επισκέπτες